Archive for August, 2014

Ενότητα VIII

Τρεις Φεβρουαριου 1986.

Τα γεννεθλια μου με βρηκαν παρεα με τους φιλους μου να παιζουμε στο σπιτι του Λαρρυ τα τραγουδια του Τσιμεντενιου Τρενου, προετοιμαζοντας ετσι εμας και τον ηχο μας για μια σειρα συναυλιων που θα αρχιζαν το Μαιο.

Εικοσιεννια χρονων τωρα πια και η πιεση του χρονου ειχε αρχισει να γινεται ορατη.

Πολλα ερωτηματικα γεννηθηκαν μεσα μου. Συμμαθητες μου απο το γυμνασιο ειχαν κανει οικογενεια, η δουλεια τους ηταν σταθερη και γενικα ο προγραμματισμος της ζωης τους ηταν καθορισμενος. Αντιθετα εγω βολοδερνομουν με τη μουσικη, χωρις κανενα ορατο μελλον σ αυτη τη χωρα που η μουσικη της γραμμη ηταν διαφορετικη απο τη δικη μας.

Αργα το βραδυ εφτασα στο σπιτι μου στη Πλακα, ενα δυαρακι και καθισα στο καναπε ανοιγοντας το στερεοφωνικο μου. Εβαλα το ‘Dark side of the moon” στο κασσετοφωνο ανοιγοντας ενα μπουκαλι Ουισκι .Στη καταψυξη, ευτυχως το μονο που υπηρχαν ηταν παγακια, ουτε θυμομουν απο ποτε. Εριξα μερικα στο ποτηρι μου προσθετοντας ουισκι μεχρι τη μεση. Διαφορες σκεψεις περναγαν απ το μυαλο μου.

Δεν μπορεσα να βγαλω συμπερασματα για το σωστο η το λαθος. Ειχα ζαλιστει λιγο και ασυνεσθητα σηκωσα το ακουστικο του τηλεφωνου σχηματιζοντας τον αριθμο της φιλης μου. Χρειαζομουν παρεα.

Καμια απαντηση.

Ηταν περιπου τρεις και μιση το πρωι και ημουνα μονος.

Η κασσετα ειχε τελειωσει, αλλα οχι και το μπουκαλι. Προσθεσα λιγο ποτο ακομα και πηρα τη κιθαρα στα χερια μου. Αρχισα να παιζω, μεχρι που τα βλεφαρα μου εκλεισαν και το πρωινο φως εκανε την εμφανιση του. Το μεσημερι ξυπνησα ετσι εκει στο καναπε, με τη κιθαρα διπλα μου, το σταχτοδοχειο γεματο και μια ασχημη γευση στο στομα απο το ουισκι, που μαλλον επρεπε να ηταν μπομπα…

Γεμισα ενα ποτηρι νερο, εριξα μεσα μια κουταλια νες καφε, μια ζαχαρη και τα ανακατεψα με το κουταλακι. Ετσι με ειχε μαθει να κανω το καφε ο Ατρειδης και μ αρεσε αυτο το ανεμελο και αντρικο στυλ. Ομως μεσα μου ειχε μεινει ακομα η απορια.

Επρεπε να παρω μια αποφαση. Θα συνεχιζα τη μουσικη?

Η σταδιοδρομια σ αυτο το ειδος μουσικης ηταν σαν να χτυπας το κεφαλι σου στον τοιχο τουλαχιστον για εκεινη την εποχη.

Μερικες γουλιες καφε και ο ηχος του τηλεφωνου ακουστηκε απομακρος αλλα καταλυτικος. “ναι” ” τι κανεις…κοιμασαι?”ακουστηκε η φωνη του Αντωνη “μολις ξυπνησα αλλα ειμαι χαλια..” του ειπα. Α”καλα. οταν εισαι ετοιμος παρε με τηλεφωνο να σου πω για μια συναυλια που βγηκε” Π”ενταξει…θα σε παρω σε λιγο.” Α”μην αργησεις…κλεινω” Π”σε λιγο…γεια σου” Η μαγικη λεξη ειχε ερθει τη καταλληλη στιγμη. Μια συναυλια!! σκεφτηκα. Τι? Μια συναυλια!!!! Αυτο ηταν. Μα φυσικα και δεν θα μπορουσα να κανω τιποτα αλλο.ειπα μεσα μου χωρις καμια αμφισβητηση αυτη τη φορα. Εβαλα το τζιν μου, μια μαυρη αθλητικη φορμα απο πανω, εριξα λιγο νερο στο προσωπο μου και σηκωσα το τηλεφωνο. “ελα Αντωνη….σ ακουω” Α”ξυπνησες..η στον αερα μιλαω?” Π”ενταξει ειμαι τωρα..σ ακουω” Α”ειναι μια συναυλια στο θεατρο του Πειραια με ελευθερη εισοδο.τα λεφτα ειναι καλα και θα γινει χαμος…γουσταρεις?” Π”αν γουσταρω λεει….ποτε θα γινει?” Α”την αλλη Δευτερα” Π”ωραια..παρε και τους αλλους τηλεφωνο και τα λεμε μετα. Ενταξει?” Α”εγινε….τα λεμε αργοτερα.γεια.” Αυτες οι στιγμες ηταν η ελπιδα , μαζι και η προφαση που με εκαναν να συνεχιζω χωρις αναστολες, μεχρι οπου πηγαινε.

Η συναυλια τελικα εγινε και ειχε μεγαλη επιτυχια. Ειχε τοσο κοσμο που απο ο εξωστης του θεατρου ειχε αρχισει να παλλεται περιεργα. Ευτυχως ομως αντεξε στις ρυθμικες δονησεις των φανατικων μας φιλων που μας αποθεωσαν στη κυριολεξια. Ομορφες στιγμες, πραγματικα.

Υπηρξαν πολλες παρομοιες συναυλιες, οπως για παραδειγμα στη Κατερινη, οταν ανοιξαν οι πορτες του κινηματογραφου που θα παιζαμε και ο κοσμος απο τη μανια του να βρει μια καλη θεση εσπασε τα τζαμια της εισοδου, χωρις ευτυχως να τραυματιστει κανεις.

Ομως οι καλες στιγμες δεν ηταν συνεχεια. Δηλαδη στη Λαρισα οταν τελειωσαμε και ειχε ερθει η ωρα της πληρωμης, ο ιδιοκτητης της ντισκο ειχε εξαφανιστει και μειναμε ετσι εκει χωρις να ξερουμε τι να κανουμε γιατι δεν ειχαμε χρηματα να επιστρεψουμε στην Αθηνα. Και δεν εφτανε αυτο, αλλα δεν ειχε πληρωσει και το ξενοδοχειο με αποτελεσμα να μας ζητανε να πληρωσουμε. Αυτη τη πολη τη ειχα μισησει για πολλα χρονια. Η μηνυση που του εγινε δεν εφερε ιδιαιτερα αποτελεσματα, γιατι ενω δικαιωθηκαμε τελικα κανεις δεν μπορεσε ποτε να τον βρει.

Εκεινο το μεσημερι ηταν ομορφο. Αλκυονιδες μερες και ο χειμωνας θυμιζε καλοκαιρι. Ξεκλειδωσα τη μηχανη μου απο τη κολωνα που την ειχα δεσει και ανεβηκα πανω της. Εβαλα το κρανος μου και το κλειδι γυρισα τη μιζα αφηνοντας ενα ηχο που καθε φορα οταν τον ακουγα εφτανε βαθια μεσα στη ψυχη μου. Αγαπουσα αυτη την αισθηση.

Εβαλα πρωτη στο κιβωτιο ταχυτητων και ξεκινησα. Που θα πηγαινα δεν ειχε καμια σημασια. Μονο να πηγαινα ηθελα. Μετα απο μερικες βολτες, κατεληξα στο σπιτι της φιλης μου. Εβαλε κι αυτη το κρανος της και προχωρησαμε προς Κηφισια.

Στο φαναρι της Φιλοθεης, πανω σε μια κολωνα ειχε μεινει μια αφισα μας απο μια παλια συναυλια. Περιμενα να αναψει πρασινο και ξεκινησα. Λιγο πιο μετα, ενα αυτοκινητο μας προσπερασε με ανοιχτο το παραθυρο και ακουσα τη Σκονη να παιζει δυνατα. Κοιταζα περιεργα, σαν να μην ειμαστε εμεις αλλα καποιοι που ξερω, χωρις να εχω αντιληφθει οτι τελικα οι Τερμιτες ειχαμε γινει γνωστοι. Παντου στο δρομο, στα περιοδικα ακομα και στη τηλεοραση υπηρχαμε κι ομως δεν το ενιωθα. Μαλλον το οικονομικο δεν τεκμηριωνε την επιτυχια. Ηταν πολυ περιεργο.

Ο καιρος περνουσε γρηγορα και ομορφα τις πιο πολλες φορες. Ο Ατρειδης πολλα βραδια μας διηγοταν μια ιστορια για εναν κρυμμενο θυσαυρο στο Φτελιο και πως ειχε προσπαθησει να τον βρει, αλλα ακομα δεν τα ειχε καταφερει. Ειχε φτασει πολυ κοντα οπως ελεγε, μα η σπηλια που ηταν κρυμμενος, ειχε αρκετο βαθος και επρεπε να εφοδιαστει σκοινια για να κατεβει και καποιο αυτοκινητο 4Χ4 για να τον μεταφερει οταν τον εφερνε στην επιφανεια. Εκεινη την εποχη ηταν που σιγα σιγα ειχε αφησει πισω του την Αθηνα και εμενε το μεγαλυτερο χρονικο διαστημα στο Φτελιο, σ ενα ξυλινο καταπληκτικο σπιτι που ειχε σχεδιασει και κατασκευασει ο ιδιος, απο κορμους δεντρων και απο παλιες ξυλινες κολονες της ΔΕΗ.

Ακριβως διπλα σ αυτο το σπιτι, ειχε αγορασει ο Γιωργος με τον αδελφο του ενα μικρο κομματι γης διπλα σε ενα ποταμακι και ειχε φτιαξει κι αυτος μονος του τις βασεις απο ενα μικρο σπιτι, που απο τη μια πλευρα του ακουμπουσε στη γη και απο την αλλη πανω σ ενα δεντρο. Απο κατω απο το σπιτακι περνουσε το μικρο ποταμι. Ηταν δηλαδη κατι σαν γεφυρα. Μιλαμε οτι ολη η παρεα ηταν υπεροχη και ομορφα τρελλη. Το μονο που ελειπε απο τα σπιτια, ηταν το ρευμα γιατι η περιοχη ηταν ερημη εκεινη την εποχη τουλαχιστον. Ομως το πηγαδι εβγαζε ενα δροσερο και ευγευστο νερακι.

Καποια στιγμη που πηγα με τη μηχανη μου να επισκεφτω τον Ατρειδη για να κατσω λιγο μαζι του, τον συναντησα στο καφενειο του χωριου. Ειχε αρχισει να σκοτεινιαζει για τα καλα και οι περισσοτεροι χωριανοι ηταν μαζεμενοι εκει. Η συνηθεια σ αυτα τα μερη τον χειμωνα, ηταν οι αντρες να τα πινουν στο καφενειο και οι γυναικες να κοιμιζουν τα παιδια, η απλα να τους περιμενουν.

Μας κερασαν λοιπον ενα μπουκαλι ρετσινα και καθως ειχαμε αρχισει να πινουμε, ο Ατρειδης μου αποκαλυψε οτι στο σπιτι του ειχε μια φιλη που τον περιμενε και ηθελε να την γνωρισω. Αισθανθηκα ξαφνικα, οτι μπορει να ενοχλω. Ειχα παει χωρις προειδοποιηση οπως συνηθιζαμε αλλωστε μεταξυ μας.

Π”εεε..δεν πειραζει…τωρα ειναι αργα….Καλυτερα αυριο να την γνωρισω…Για σημερα θα νοικιασω ενα δωματιο και αυριο θα βρεθουμε για φαγητο..μην την ανυσηχησω τετοια ωρα..” Α”τι λες τωρα…η φιλη μου ειναι πολυ καλο κοριτσι και θα σε συμπαθησει…” ειπε γελωντας περιεργα Μαλιστα καποιοι απο τα διπλα τραπεζακια που μας ακουγαν γελαγαν διακριτικα. Π”και πως την εχεις μονη της και χωρις ρευμα σ αυτη την ερημια που ειναι το σπιτι!…δεν φοβαται?” Α”ειναι παλληκαρι αυτη…δεν φοβαται!” Γελια παλι απο τους διπλα. Π”πως την λενε?”ρωτησα Α”Μαρω”μου απαντησε και γεμισε τα ποτηρακια μας με κρασι. Μαρω, σκεφτηκα. Επρεπε να ειναι απο το χωριο γιατι τετοια ονοματα δεν συνηθιζονται σε πολεις. Περασε αρκετη ωρα, ηπιαμε ακομα μερικα μπουκαλια και ο Ατρειδης λιγο ζαλισμενος εβαλε τα γελια χωρις να υπαρχει ιδιαιτερος λογος. Α”παμε σπιτι?” Π”και δεν παμε..αφου δεν την πειραζει τη Μαρω τετοια ωρα..!!” Α”θα μας περιμενει στην αυλη…θα δεις” Π”με τετοιο κρυο και χωρις φως, αμφιβαλω..”του απαντησα

Σκεφτηκα οτι ισως το κρασι να μας ειχε πειραξει λιγο και ντρεπομουνα να εμφανιστουμε ετσι στη κοπελα. Ομως ο Ατρειδης επεμενε.

Ανεβηκα στη μηχανη μου, αυτος στο ηρωικο aglia και ξεκινησαμε για το σπιτι. Το κρυο ηταν διαπεραστικο και το μονο που ηθελα ηταν να φτασουμε γρηγορα για να ξαπλωσω κατω απο τις βαριες χειμωνιατικες κουβερτες. Η διαδρομη, με συνεχομενες στροφες, δεν ηταν οτι καλυτερο μετα τα κρασακια που ειχαμε πιει. Ο επαρχιακος δρομος ηταν ερημος και το μονο φως ηταν απο το φεγγαρι που ηταν γεματο εκεινο το βραδυ.

Ειδα τον Ατρειδη που ηταν μπροστα, να στριβει στο χωματοδρομο του κτηματος του και τον ακολουθησα. Δεν υπηρχε πουθενα φως και σκεφτηκα πως η κοπελα θα κοιμαται.

Ο Ατρειδης βγηκε απο το αυτοκινητο, πηγε στο ξυλινο τραπεζι που ηταν εξω απο το σπιτι και αναψε τη λυχνια πετρελαιου. Π”που ειναι η Μαρω?”ψιθυρισα Α”περιμενε τωρα θα ερθει”απαντησε κοιτωντας γυρω γυρω σαν να εψαχνε κατι. Ενας θορυβος ακουστηκε απο τη πλαινη πλευρα του σπιτιου που με τρομαξε. Φυσικο για ενα παιδι της πολης. Οχι ομως και για τον Ατρειδη. Αυτος γενικα, δεν φοβοταν τιποτα! Α” Μαααρωωω…..Μαααρωωωω…ελα κοριτσι μου, μην φοβασαι..” Π”καλα ρε τρελαθηκες?” Α”περιμενε…..ερχεται. Δεν σε ξερει και φοβαται λιγο..” Τοτε καταλαβα οτι μαλλον καποιο σκυλακι θα ηταν που το ειχε ονομασει ετσι και αρχισα να γελαω. Η εκπληξη μου ηταν μεγαλη, οταν τελικα ειδα τη Μαρω να πλησιαζει και δεν ηταν ουτε σκυλακι, ουτε γατακι, ουτε καποιο συνηθισμενο κατοικιδιο. Μεσα στο μισοσκοταδο, διεκρινα τη μουσουδα απο ενα μικρο και πανεμορφο αλεπουδακι!! Η Μαρω ηταν αλεπου! Π”τι αστερι ειναι αυτο ρε?” Α”κατσε να σε γνωρισει και μετα θα παθεις πλακα απο τα παιχνιδια της”

Μετα απο δεκα λεπτα περιπου, η Μαρω καθοταν παρεα μας μεσα στο σπιτι και εκοβε με τα δοντια της τα λαστιχα απο το ψαροντουφεκο του Ατρειδη. Επαιζε με οτι εβρισκε μπροστα της. Π”καλα..απο που την μαζεψες αυτη?” Α”τη βρηκα στο βουνο μονη της πριν μερικους μηνες” Π”και?” Α”και την λυπηθηκα. Περιμενα μηπως ερθει η μητερα της αλλα τιποτα. Θα ψοφαγε η καψερη..” Π”και σε συνηθισε αμεσως?” Α”απο τη πρωτη μερα κιολας. Ειχε μια πεινα!! Μολις της εδωσα κατι ψαροκοκκαλα τα καταβροχθισε με τη μια!”

Ετσι, κατω απο το λιγοστο φως της λαμπας πετρελαιου, ηρθε το ξημερωμα που μας βρηκε ακομα ξυπνιους να μιλαμε για αλεπουδες, θησαυρους και για το φαντασμα του χωριου που τρομαζε τους ντοπιους. Η Μαρω κοιμοταν ησυχη κατω απο το κρεββατι μου. Για μια στιγμη σταματησαμε να μιλαμε. Μας ειχε παρει ο υπνος.

Ηταν Απριλιος νομιζω, οταν επρεπε να παμε στη Πελλοπονησο για δυο προγραμματισμενες συναυλιες. Ξεκινησαμε λοιπον με τη γνωστη συνθεση, με μονη αλλαγη το Νικο, ενα φιλο μου απο τα μπιλλιαρδα, που ειχε ερθει μαζι μας.

Η πρωτη εμφανιση στη Πατρα, οπου θα παιζαμε μεσα σε ενα φερρυ μποτ, που συγχρονως θα επλεε στα ανοιχτα του Πατραικου κολπου και η δευτερη στη κεντρικη πλατεια του Πυργου, με οργανωτες τη τοπικη αυτοδιοικηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Ξεκινησαμε λοιπον με αρκετο κεφι, παρα το γεγονος οτι ο καιρος ειχε αρχισει να αγριευει και οι συναυλιες ηταν σε ανοιχτους χωρους.

Ο Νικος κι εγω ειμασταν στη μηχανη και οι αλλοι στο αυτοκινητο. Λιγο πριν φτασουμε στη Κορινθο, ενα μπουμπουνητο τρανταξε την ατμοσφαιρα και με μια κινηση του χεριου μου εκανα νοημα στο Νικο οτι σε λιγο θα εβρεχε. Σηκωσα το διαφανες προστατευτικο του κρανους μου και μυρισα την ομορφη μυρωδια της βροχης που ερχοταν. Κατεβασα ταχυτητα και επιταχυνα για να προλαβουμε να φτασουμε σε καποιο βενζιναδικο πριν μας πιασει η μπορα και γινουμε χαλια.

Οι πρωτες ψυχαλες αρχισαν να πεφτουν με δυναμη πανω στο κρανος μου και με αναγκασαν να χαμηλωσω ταχυτητα λογω της ολισθηροτητας του δρομου. Μετα απο λιγα λεπτα η μπορα ειχε δυναμωσει για τα καλα, αλλα ευτυχως τα δερματινα μπουφαν που φοραγαμε μας κρατουσαν για λιγο στεγνους μεχρι να βρισκαμε που θα σταματουσαμε. Περασαμε τη γεφυρα του Ισθμου και σταματησαμε στο σουβλατζιδικο εκει διπλα. Οι αλλοι ηταν αρκετα πισω κι ετσι βρηκαμε το χρονο να ξεκουραστουμε τρωγοντας μερικα απο τα πιο διασημα σουβλακια της Πελλοπονησου.

Η βροχη δεν ελεγε να σταματησει και ο ουρανος γινοταν ολο και πιο μαυρος. Καποια στιγμη μετα απο μια ωρα, αφου φτασαν κι αλλοι, ανεβηκαμε παλι στη μηχανη και ξεκινησαμε για το προορισμο μας υπο τη πιεση της αμφιβολιας για το τι θα γινοταν με τη συναυλια αν συνεχιζε κατ αυτο το τροπο η βροχη.

Φτασαμε λιγο καθυστεριμενα στη Πατρα και πηγαμε απ ευθειας στο ξενοδοχειο. Εκει μας περιμενε ο διοργανωτης που μας καθησυχασε οτι και να μην γινει η συναυλια τα λεφτα μας θα τα περναμε, γιατι ηταν σπονσοραρισμενη απο καποια πολιτικη νεολαια. Το φερρυ μποτ ηταν ετοιμο και το μονο που ελειπε ηταν να παμε για το τεστ ηχου.

Η καταιγιδα ειχε σταματησει αλλα τα συννεφα ηταν ακομα εκει καταμαυρα και απειλιτικα. Το οτι ειχε σταματησει ομως, ηταν μια ελπιδα για τη συνεχεια της βραδυας. Το τεστ ηχου ειχε τελειωσει. Ολα ηταν ετοιμα και στη θεση τους. Ο Νικος κι εγω ειχαμε αγορασει ενα μπουκαλι Southern Comfort και αραχτοι εκει καπου στη προκυμαια περιμεναμε την ωρα ολο πινοντας και καμια γουλια.

Ειχε παει επτα η ωρα και σε λιγο επρεπε να εμφανιζεται ο πρωτος κοσμος, οταν ενα καινουργιο μπουμπουνητο με συνοδια χοντρων ψιχαλων, ακουστηκε παλι στον ουρανο. Σε μερικα λεπτα οι ουρανοι ειχαν ανοιξει και καταρρακτες τα νερα στους δρομους. Εμεις ειχαμε παει μεσα στο φερρυ μποτ περιμενοντας να μας πουν τι να κανουμε. Περιεργως ενα ζευγαρι κατω απο μια ομπρελα, περιμενε στη προκυμαια και περιμεναν ποτε θα αρχιζαμε. Αυτο θα πει φανατικοι οπαδοι.σκεφτηκα.

Δεν θυμαμαι για ποιο λογο, αλλα το πλοιο επρεπε να φυγει απο εκει που ηταν και να παει απο την αλλη μερια του λιμανιου να δεσει. Ισως εξ αιτιας του καιρου, αλλα αυτο που ακολουθησε ηταν πολυ αστειο. Ενω καθομασταν ολοι μαζι και σχολιαζαμε το μοναδικο ζευγαρι που ακομα περιμενε, στα ηχεια του πλοιου ακουστηκε μια φωνη που ελεγε με σοβαρο υφος…. “το πλοιο πρεπει να δεσει στην αλλη μερια του λιμανιου, γι αυτο οσοι ειναι για τη συναυλια ΟΛΟΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΜΟΛΟ” Το τι γελιο επεσε δεν λεγεται. “ποιοι ολοι ρε μαλακα..χαχαχαχαχα”φωναξε ο Νικος Π”ολοι μαζι..με μας, η χωρια .?…..χαχαχαχαχα” Λ”μην σπρωχνεστε ρεεεεε……” Π”μα τοσο μαλακας μπορει να εισαι ρεεεεεε..χαχαχαχαχα” Ολοι ειχαμε ξεκαρδιστει στα γελια.

Τελικα η συναυλια ακυρωθηκε και ηρθε η ωρα της πληρωμης. Φυσικα δεν θα περναμε το αρχικα συμφωνημενο ποσο, αλλα τουλαχιστον τα εξοδα μας.

Ομως ο διοργανωτης ειχε ξεχασει τι μας υποσχεθηκε και τωρα δεν ηθελε να μας πληρωσει. Μεγαλη φασαρια επακολουθησε, που τελικα κατεληξε στη συμφωνια να μας στειλει τη πληρωμη μας στην Αθηνα μετα απο μερικες μερες. Εμενα καθολου δεν μου αρεσε ο τυπος αυτος και ηθελα ευχαριστως να του σπασω τα μουτρα, αλλα με συγκρατησε ο Λαρρυ. Κακως φυσικα, γιατι ποτε δεν μας εστειλε τα χρηματα. Την αλλη μερα επρεπε να παμε στο Πυργο, μα ο καιρος ηταν εξ ισου κακoς οπως και τη προηγουμενη.

Π”εγω λεω να τους παρουμε πρωτα ενα τηλεφωνο για να μην πηγαινουμε αδικα. Ειναι που ειναι μακρια…” Λ”καλα λες. Κατσε να βρω το τηλεφωνο και θα τους παρω αμεσως..” Τελικα αφου ο Λαρρυ μιλησε μαζι τους, η απαντηση ηταν οτι “βρεξει χιονισει τα χρηματα σας θα τα παρετε, γι αυτο να ερθετε οπωσδηποτε. Σας περιμενουμε.” Η δυνατη βροχη εκανε εμας στη μηχανη να κραταμε την ιδια ταχυτητα με το αυτοκινητο. Τωρα το νερο ειχε ποτισει τα δερματινα μπουφαν και περναγε σιγα σιγα στα υπολοιπα ρουχα κανοντας το σωμα μας να κρυωνει. Καπου στη μεση της διαδρομης ολοι μαζι σταματησαμε σ ενα εστιατορτιο για λιγη ξεκουραση και φαγητο. Εκει ο Μπαχ, που του αρεσε να κουλτουριαζει, αρχισε να βλεπει το θεμα βροχη φιλοσοφικα, γιατι φυσικα αυτος ηταν υπο τη προστασια της σκεπης του αυτοκινητου και οχι στον ανοιχτο ουρανο της μηχανης. Μ”τι ωραια ειναι η φυση!! ειδικα με τη βροχη περνει ενα καταπληκτικο χρωμα ο οριζοντας!…πολυ μ αρεσει η βροχη…” Λ” μα τι λες τωρα?> ειπε ο Λαρρυ εκνευρισμενος Μ”ναι…κι οχι μονο αυτο, αλλα….” δεν προλαβε να τελειωσει Λ”δεν αφηνεις τα Λονδρεζικα..λεω εγω, γιατι πολυ μας ζαλισες με τις μαλακιες σου!!”

Ενας μικρος καυγας εκανε τα πνευματα αλλα και τα σωματα να ζεσταθουν λιγο. Μονο φατουρο που δεν εφαγε ο Μπαχ εκεινη τη στιγμη. Αλλαξαμε εσωρουχα και συνεχισαμε το ταξιδι μας.

Φτασαμε στο Πυργο με πολυ κουραση και η βροχη δεν ελεγε να σταματησει. Τελικα η κατασταση ηταν ακριβως η ιδια, με τη διαφορα οτι πηραμε ενα μερος των χρηματων μας κι ετσι μπορεσαμε να γυρισουμε πισω. Αυτες ηταν πραγματικα δυσκολες στιγμες που καναν το ηθικο μας να πεφτει και τους καβγαδες μεταξυ μας να γινονται πιο εντονοι και πιο συχνοι.

Ενα μεσημερι μας ειδοποιησαν απο την εταιρεια μας, οτι ο διοργανωτης της συναυλιας των Dire Straits ηθελε να κανει μια μεγαλη συναυλια με εμας. Ο ανθρωπος αυτος με το ονομα Ιωσηφ Αβραμογλου ειχε μεγαλη εμπειρια απο διοργανωσεις και ειχε διαλεξει εμας για την επομενη κινηση της δικης του καριερας. Βρεθηκαμε μαζι του αρκετες φορες μεχρι να καταληξουμε για το τροπο της εμφανισης και για το προγραμμα που θα ακολουθουσαμε.

Σιγουρα εκεινη τη στιγμη δεν ειχαμε αντιληφθει, ουτε εμεις αλλα ουτε κι εκεινος, οτι τελικα η συναυλια αυτη θα ηταν οροσημο για τα Ελληνικα μουσικα δεδομενα και θα εγραφε τη δικη της μοναδικη ιστορια.

Ετσι την εποχη εκεινη δεν καναμε τιποτα αλλο απο το να ετοιμαζομαστε για την εμφανιση μας στο Λυκαββητο. Ενα μερος που καθε μουσικος ονειρευοταν να παιξει. Αυτο ηταν σαν δοκιμασια για την απηχηση που ειχαμε στο κοσμο. Κατι σαν εξετασεις δηλαδη.

Ο Ιωσηφ ηταν αρκετα εξυπνος. Μας ειχε κανει να πιστεψουμε οτι η επιτυχια θα ηταν σιγουρη αν μονο τον ακουγαμε σε μερικα πραγματα. Δηλαδη στην ετοιμασια του ηχου, της εμφανισης, των συνεντευξεων και αλλα πολλα. Μας εκλεισε λοιπον ενα στουντιο οπου θα καναμε τις προβες μας με την ησυχια μας και δεν ξερω πως, ομως ηδη ειχε βρει σπονσορες για πολλα εξοδα και σχεδον καθε μερα μας φωναζαν για καποια συνεντευξη. Η ημερομηνια ηταν προγραμματισμενη για τις —————————–.

Στη συναυλια θα συμμετειχαν ολοι οι καλλιτεχνες που ειχαμε συνεργαστει στο παρελθον. Δηλαδη ο Νταλαρας, ο Βαρδης, η Νταντωνακη, η Βοσσου που ειχε κανει φωνητικα σε τραγουδια μας, ο Μπουλας που ειχε τραγουδησει ενα τραγουδι του Λαρρυ, οι Κατσιμιχαιοι με το Συγκατοικοι ειμαστε ολοι στη τρελλα που ειχαν τραγουδησει μαζι με το Λαρρυ σε δισκο του Βαρδη και ο Γιοκαρινης.

Εφτανε ο καιρος και η αγωνια ηταν μεγαλη. Θα γεμιζε το θεατρο? Ηταν μια δοκιμασια πραγματικα που η εξελιξη της ειχε αμεση σχεση με τη πορεια των Τερμιτων. Εκει ηταν η απαντηση για το τι ειχαμε καταφερει στα χρονια που σπαταλησαμε επιμενοντας στον ηχο και τις συνθεσεις μας.

Αφισσοκοληθηκε ολη η Αθηνα, εξωφυλλα σε περιοδικα, συνεντευξεις και η εταιρεια μας εκανε προταση να ηχογραφησει τη συναυλια για να βγει δισκος. Φυσικα δεχτηκαμε, οπως δεχτηκαμε και τη προταση της ΕΡΤ να τη μεταδωσει ζωντανα απο το δευτερο προγραμμα, με παρουσιαστρια τη Μιχαλιτση. Πραγματικα κατι μεγαλο ετοιμαζοταν, αλλα δεν μπορουσα να φανταστω τι, εκεινη τη στιγμη.

Ανημερα της επετειου του Πολυτεχνειου ηταν μια επικινδυνη μερα για τη προσελευση του κοσμου και για τυχον ασχημο καιρο, λογω της εποχης. Ομως ολοι και ολα δουλευαν ρολοι και με πολυ μερακι. Ειχε φτασει η μεγαλη μερα. Απο το πρωι ολοι ημασταν στον Λυκαββητο για να ετοιμασουμε τον ηχο και να εγκλιματιστουμε με το περιβαλλον. Το μεσημερι ενα μικρο διαλλειμα και παλι συνεχεια μεχρι να ειμαστε σιγουροι για τα παντα.

Αφου λοιπον τελειωσαμε με ολα αυτα, φυγαμε για να ξεκουραστουμε και το ραντεβου μας ηταν το βραδυ στο θεατρο.

Επιτελους ειχε ερθει η ωρα.

Στα καμαρινια υπηρχε συνωστισμος. Ανθρωποι απο διαφορα μουσικα περιοδικα ηθελαν να τους παραχωρησουμε καποια συνεντευξη, αλλοι απο την ΕΡΤ, αλλοι απλως περιφερονταν εκει χωρις να ξερουμε ποιοι ηταν και η κατασταση θυμιζε εμφανιση μεγαλου συγκροτηματος.

Στο καθε καμαρινι υπηρχε μπουφες με οτι μπορουσες να φανταστεις, λουλουδια στολιζαν τα τραπεζια και δημοσιογραφοι μαζι με τους φωτογραφους τους μπενοβγαιναν απο το ενα στο αλλο. Καθε ενας ειχε ενα μικρο ταμπελακι καρφιτσωμενο στο γιακα του, που του επετρεπε να περιφερεται στους ιδιαιτερους χωρους, αλλιως τα security τους απαγορευαν την εισοδο. Οσοι ηταν τεχνικοι η ειχαν σχεση με τη συναυλια φορουσαν κιτρινα μπλουζακια με το ονομα ΤΕΡΜΙΤΕΣ τυπωμενο πανω τους.

Σε δυο περιπου ωρες θα αρχιζε η συναυλια. Ολοι μας ειμασταν αγχωμενοι, αλλα ιδιαιτερα ο Λαρρυ, οπως συνηθως φυσικα, ομως αυτη τη φορα ηταν πολυ. “σε μια ωρα αρχιζουμε…απο κοσμο πως παμε?..δεν πας να δεις λιγο…” μου ειπε ο Λαρρυ “παω…ομως ειναι νωρις ακομα..” Σε λιγο γυρισα και του ειπα οτι υπηρχε καποιος κοσμος, οχι ομως σπουδαια πραγματα.

Ο συνωστισμος στα καμαρινια συνεχιζοταν και τωρα ειχε φτασει η ομαδα της ΕΡΤ για τη ζωντανη ραδιοφωνικη μεταδοση. Η τηλεοραση δεν μπορεσε να ερθει, γιατι ολοι οι τεχνικοι και τα συνεργεια ειχαν παει στη Καλαματα λογω του μεγαλου και κατασροφικου σεισμου που ειχε πληξει τη πολη.

Ειχε απομεινει μιση ωρα πριν βγουμε, οταν καποιος μας ειπε οτι γινεται χαμος απο κοσμο που ερχεται στο Λυκαβηττο. Το μποτιλιαρισμα αρχιζε απο το Κολωνακι. Η αστυνομια απαγορευε στα αυτοκινητα να ανεβουν στο λοφο κι ετσι ολος ο κοσμος ανεβαινε με τα ποδια. Βγηκα λιγο απο τα καμαρινια προς τη σκηνη και ειδα στη κεντρικη εισοδο ο κοσμος να ειναι συνωστισμενος και το θεατρο σχεδον γεματο. Τα ηχεια του Λυκαβηττου επαιζαν σε δυνατη ενταση καποια κασσετα με βαρια κλασσικη μουσικη. Νομιζω Wagner.

Θεε μου!σκεφτηκα. Ολος αυτος ο κοσμος για μας!!!

Οι κιθαρες ηταν κουρντισμενες απο τους βοηθους που ειχε φροντισει ο Ιωσηφ να εχουμε και τα λιγα λεπτα που ειχαν μεινει εμοιαζαν αιωνες. Το θεατρο εβραζε. Περιπου τεσσερις χιλιαδες μεσα και αλλοι τοσοι απ εξω που δεν χωραγαν να μπουν.

Τα φωτα εσβησαν και η μουσικη σταματησε. Ο κοσμος καταλαβε ετσι οτι απο στιγμη σε στιγμη θα εμφανιζομασταν και αρχισε να σφυριζει και να xειροκροταει.

“βγαινουμε” ακουστηκε ο Λαρρυ να λεει.

Σε λιγο ειχαμε ανεβει στη σκηνη που ακομα ειχε σβηστα τα φωτα και ο κοσμος τωρα ειχε ξεσηκωθει για τα καλα.

Καπνοι αρχισαν να βγαινουν απο τα ειδικα εφε και τα φωτα αναψαν. Πρωτο τραγουδι οι Πυτζαμανθρωποι, ο κοσμος ηρεμησε και διακριτικο χειροκροτημα ακολουθησε την εισαγωγη. Τα φωτα αλλαζαν σε διαφορες αποχρωσεις και ο ηχος ηταν καταπληκτικος.

Εκεινη τη στιγμη ζουσα κατι που θα θυμαμαι σ ολη μου τη ζωη. Το ονειρο! Το ονειρο που ειχαμε κανει χρονια πριν.

Οι μουσικες στιγμες εναλασσονταν συνεχεια. Τη στιγμη που εμφανιστηκε ο Νταλαρας, εγινε πανικος. Η Σκονη ηταν ηδη επιτυχια. Τα φωτα εσβησαν και εμεινε μονο μια κοκκινη αποχρωση στο stage με το Νταλαρα να τα δινει ολα. Οι κερκιδες ειχαν ενα φως σαν αμετρητα αστερια, απο τους αναπτηρες που κρατουσαν αναμμενους οι τεσσερις χιλιαδες θεατες. Οι ανθρωποι της ασφαλειας της συναυλιας, κρατουσαν ισα ισα το κοσμο να μην ανεβει στη σκηνη. Ακουγαμε τα ονοματα μας να μας φωναζουν απο κατω χωρις να ξερουμε ποιοι ηταν και η αδρεναλινη ειχε φτασει στο μαξιμουμ.

Ο Μπουλας με τον Γιωκαρινη εκαναν το κοσμο να τραγουδισει δυνατα και οταν ηρθε η ωρα του Βαρδη, τοτε πηρε φωτια το θεατρο. Μαζι του οι Κατσιμιχες και ο Λαρρυ τραγουγησαν το Σχημα Λογου και εμεις οι αλλοι Τερμιτες παιζαμε σφιχτα και δεμενα, με ηχο που σ εκανε να χοροπηδας. Ο Μιτζελος επαιζε τα σολο της ζωης του και ο Φιλλιπας ειχε σχεδον σπασει τα τυμπανα. Ολοι τα διναμε ολα! Η Βοσσου εκανε φωνητικα με το Λαρρυ και οταν τραγουδησε το Φιλαρακι, πιστευω οτι ο κοσμος μπορει να ακουγοταν εως το Κολωνακι.

Ειχαν περασει δυο περιπου ωρες και συνεχιζαμε σαν να ειχαμε αρχισει πριν απο λιγο. Τη στιγμη εκεινη βγηκε στη σκηνη η Νταντωνακη και ο κοσμος τη χειροκροτησε με ενα διαφορετικο τροπο που δεν μπορει να τον χαρακτηρισει κανεις, ομως ειχε το χρωμα του σεβασμου και της καταξιωσης. Ηταν σαν να υποδεχονταν καποια ιερεια της μουσικης και οχι απλως μια τραγουδιστρια. Κι ετσι ηταν. Η Φλερρυ ειχε το δικο της μοναδικο τροπο να ερμηνευει, που σ εκανε να χανεσε μεσα σε μελωδιες και σε διαφορετικους μουσικους κοσμους που ανακαλυπτες καθε φορα που την ακουγες. Ποτε δεν ηταν η ιδια. Ομως ηταν παντα υπεροχη.

Τωρα οι Τερμιτες μονοι στη σκηνη παιζοντας τα τελευταια τραγουδια και φυσικα αυτα που κανουν το κοσμο να μη θελει να τελειωσει η συναυλια. Τωρα ειχε ερθει η στιγμη της εκπληξης. Ενα καινουργιο τραγουδι. Πιστευαμε σ αυτο και το ειχαμε κρατησει για το τελος. Αρχισε λοιπον ο Λαρρυ να παιζει την ακουστικη κιθαρα και ο Μιτζελος εδινε τις μελωδικες απαντησεις στη φωνη με το χαρακτηριστικο του ηχο.

Στην ακρη του απειρου στιγμουλα του ονειρου

Μετα απο καποιες στροφες, ολο το συγκροτημα ειχε μπει στο τραγουδι και ειχε ερθει η στιγμη που πονταραμε. Στο ρερφρεν.

Ποσο σε θελω…Ποσο σε θελω…

Ολος ο κοσμος τραγουδαγε τωρα μαζι μας ενα τραγουδι που ακουγε για πρωτη φορα. Ακριβως κατω απο τη σκηνη με σηκωμενα χερια και σε κατασταση μη ελενχομενη καποιοι ηθελαν να ανεβουν στη σκηνη. Με δυσκολια τους κραταγαν, αλλα καποιοι τα καταφεραν. Αμεσως ομως τους κατεβασαν κατω. Ολοι μας τωρα ειμασταν στην ακρη της σκηνης και τραγουδουσαμε το ποσο σε θελω.

Με ενα θεαματικο μουσικο φιναλε τελειωσε το τραγουδι και αφου περασαν καποιες στιγμες με χειροκροτηματα και σφυριγματα, καληνυχτησαμε το κοσμο και κατεβηκαμε απο τη σκηνη. Τοτε εγινε το ελα να δεις. Τα φωτα που ειχαν αναψει εσβησαν παλι και με ενα σαλτο βρεθηκαμε πανω αρχιζοντας να παιζουμε τα πιο αγαπημενα μας τραγουδια. Μετα απο τρια τεσσερα, ανεβηκαν και οι αλλοι που ειχαν τραγουδησει μαζι μας και ολοι μαζι τωρα παιζαμε και τραγουδουσαμε το ποσο σε θελω για μια ακομα φορα. Οι φωτογραφοι ειχαν ανεβει πανω και με εμποδιζαν. Με μια σπρωξια εδιωξα εναν απο μπροστα μου και πλησιασα στην ακρη της σκηνης. Εκει εσκιψα και εφτασα τους μπροστινους θεατες που μ ακουμπουσαν και χτυπαγαν τις χορδες του μπασσου μου με τα χερια τους. Το ονειρο ειχε τελειωσει? Η μoλις αρχιζε? Κανεις μας δεν ηξερε.

Ετσι εκλεισε η συναυλια, με το κοσμο να περνει το δρομο της επιστροφης κι εμεις στα καμαρινια εξουθενομενοι αλλα πανευτυχεις, να μη θελουμε να πιστεψουμε οτι τελειωσε.

Περασαν πολλες μερες συζητωντας το γεγονος και τα περιοδικα που κυκλοφορησαν, μας ειχαν το πρωτο μουσικο θεμα. Ενας ακομα δισκος ηταν ετοιμος να εκδοθει και το συμβολαιο μας τελειωνε μετα απο εναν ακομα. Ειχαμε δηλαδη καιρο να σκεφτουμε την επομενη κινηση και να συνεχισουμε ακομα πιο δυνατα αυτη τη φορα.

Ενότητα VII

Ηταν χαραματα οταν συναντηθηκαμε ολοι μαζι και με ενα φραπε στο χερι μπηκαμε στο αυτοκινητο. Τα ματια μας ηταν ακομα με τσιμπλες και κανενας δεν μπορουσε να μιλησει.

Τι μηνας του μελιτος ειναι αυτος! Σκεφτηκα. Αυτο ειναι σκετη ταλαιπωρια! Αφου καναμε ελεγχο για να δουμε μηπως ξεχασαμε κατι, ξεκινησαμε παλι για ενα ταξιδι με λιγοστα χρηματα, αλλα ευτυχως τωρα τα εξοδα βενζινης δεν θα μας επιβαρυναν.

Ομως εξοδα για ξενοδοχεια δεν μπορουσαμε να κανουμε εγω και ο Λαρρυ κι ετσι ειχαμε σχεδιασει να κοιμομαστε μεσα στο αυτοκινητο, οταν οι φιλοι μας θα απολαμβαναν τις υπεροχες σουιτες που ειχαν κλεισει, απο πολη σε πολη. Το κακο ηταν οτι o χειμωνας και το τσουχτερο κρυο, δεν ευνοουσαν και πολυ τα σχεδια που ειχαμε.

Τωρα πως εγω θα πηγαινα και Αμερικη, ενας Θεος ηξερε. Παντως ειχα στο μυαλο μου μια καινουργια αεροπορικη εταιρεια στην Αγγλια που για διαφημιστικους λογους, ειχε τα εισιτηρια σε μιση τιμη. Οταν θα φταναμε εκει, εγω θα συνεχιζα το ταξιδι μου και ο Λαρρυ θα επεστρεφε πισω με το Magic bus.

Ετσι χωρις να το καταλαβουμε βρεθηκαμε παλι στην Ιταλια. Το βραδυ ηταν δυσκολο μεσα στο αυτοκινητο, γιατι το κρυο δεν μας αφηνε να κοιμηθουμε, και ολο ριχναμε πανω μας κατι πλεκτα και τυλιγμενοι με κασκολ και οτι αλλο βρισκαμε, κλεβαμε λιγες ωρες υπνου πριν ξυπνησουμε παλι κοκκαλωμενοι.

Περασαμε παλι τα γνωστα μας μερη και βρεθηκαμε μετα απο μια μερα στη Βενετια. Εκει το ζευγαρι ειχε νοικιασει μια σουιτα σ ενα πανακριβο ξενοδοχειο με θεα τα ομορφα καναλια, απολαμβανοντας τον ερωτα τους. Εμεις με το Λαρρυ καναμε μερικες βολτες στη πολη και μετα απο λιγες ωρες βρεθηκαμε ξανα στο δικο μας ξενοδοχειο. Σ αυτο δεν χρειαζοταν ουτε κρατηση, ουτε καθαρα σεντονια, ουτε πρωινο, ουτε τιποτα. Το μονο που χρειαζοταν ηταν μερικες χοντρες κουβερτες που δεν ειχαμε.

Για μια στιγμη ειδα το Λαρρυ να ψαχνεται ανυσηχος χωρις να μιλαει. ” τι επαθες Λαρρυ? ” τον ρωτησα ” κατσε..κατσε λιγο γιατι δεν βρισκω το διαβατηριο μου..” απαντησε ” για ψαξου καλα Λαρρυ….μην τρελλαθουμε τωρα…” “ψαχνω αλλα δεν το βρισκω….τι θα κανουμε τωρα?” “περιμενε να ηρεμησουμε πρωτα και μετα θα ψαξουμε καλυτερα..” του ειπα κρυβοντας οσο μπορουσα την ανυσηχια μου.

Ο Λαρρυ ομως συνεχισε και συνεχισε να ψαχνει, πανω του μεσα στο αυτοκινητο, στις αποσκευες μας ( δυο σακ βουαγιαζ ηταν ολες κι ολες ), αλλα τιποτα. Μια μικρη συγχιση μας επιασε και δεν ξεραμε τι να κανουμε. Οι φιλοι μας την αλλη μερα το πρωι θα συνεχιζαν το ταξιδι τους. Ολο το βραδυ σκεφτομασταν, γιατι εγω επρεπε να παω στην Αμερικη οπου με περιμεναν οι γονεις μου και ο αδελφος μου.

Μετα απο πολλες αλλαγες σχεδιων, αποφασισαμε ο Λαρρυ να παει στο Προξενειο να δηλωσει την απωλεια του διαβατηριου και να επιστρεψει στην Ελλαδα με το τρενο μεσω Γιουγκοσλαβιας και εγω να συνεχισω. Μοιρασαμε λοιπον τα χρηματα μας και οι δρομοι μας χωρισαν. Εκεινος τουλαχιστον ηξερε που παει, σκεφτηκα. Τωρα οι φιλοι μας ειχαν ξεκινησει κι εγω μαζι τους, αλλα συνεχεια σκεφτομουνα οτι μολις θα με αφηναν στη Γερμανια, με τι λεφτα θα συνεχιζα. Κι αν καταφερνα να φτασω στην Αγγλια, μετα θα φταναν τα χρηματα για Αμερικη? Κι αν δεν φταναν πως θα γυριζα πισω στην Ελλαδα?

Τελικα η Γερμανια δεν ηταν και τοσο μακρια και συντομα βρεθηκαμε στο Μοναχο, οπου εκει οι φιλοι μας με αφησαν και συνεχισαν το ειδυλιακο τους ταξιδακι.

Και τωρα? Σκεφτηκα.

Ειχε σκοτεινιασει. Ηδη ηταν αρκετα αργα και δεν ηξερα απο που να παω να παρω το Magic bus για να φτασω Αγγλια. Αυτο ηταν ενα λεωφορειο με φτηνα εισητηρια, που εκανε το γυρο της Ευρωπης και την εποχη εκεινη ηταν πολυ διασημο.

Πολλες σκεψεις περασαν απο το μυαλο μου, αλλα η καλυτερη ηρθε οταν ακουσα δυο Γερμανιδες να μιλανε. Φυσικα τιποτα δεν ειχα καταλαβει, παρα μονο μια λεξη και συγκεκριμενα ενα ονομα που ακουσα στο τελος οταν χαιρετησε η μια την αλλη. ΣΟΥΖΙ.

Αυτο ειναι, σκεφτηκα. Η Σουζι μπορει μονο να με σωσει ετσι οπως καταντησα, μονολογησα. Αμεσως ανοιξα το μικρο μου σημειωματαριο με τα τηλεφωνα και βρηκα το τηλεφωνο της.

Με τετοια καψουρα που ειχε για μενα, σκεφτηκα, θα με φιλοξενησει για λιγες μερες. Ηταν η κοπελα που ειχα γνωρισει πριν λιγα χρονια στο χωριο του Λαρρυ, στο Φτελιο.

Μετα απο λιγα κιολας λεπτα μιλουσαμε στο τηλεφωνο και προσπαθουσα να της διαβασω την οδο που ημουνα για να ερθει να με παρει. Αυτη γελουσε συνεχεια γιατι της φαινοταν αστειος ο τροπος που της διαβαζα, αλλα και απο τη χαρα της οπως μου ειπε, που ακουγε οτι παλι θα με δει.

Περιμενα περιπου μιση ωρα και ακομα δεν ειχε εμφανιστει. Ειχα αρχισει να πιστευω οτι μου εκανε πλακα και μαλλον δεν θα ερθει, οταν ενα BMW σταματησε αποτομα διπλα μου. Η πορτα ανοιξε και η Σουζι ορμηξε στην αγκαλια μου. Με συστησε σ ενα φιλο της και αφου μπηκαμε ολοι μεσα ξεκινησαμε για το σπιτι της. Στη διαδρομη μεχρι το σπιτι της μιλαγαμε για την εποχη της γνωριμιας μας και μου εδειχνε λιγο απο τη πολη που ηταν φωταγωγημενη και με αρκετη κινηση.

Μολις φτασαμε, η μητερα της μας περιμενε στο σπιτι με τη φιλοξενια ζωγραφισμενη στο προσωπο της. Ευτυχως. Σκεφτηκα.

Αμεσως μου δειξαν το δωματιο που θα κοιμομουν, ενω μια ωραια μυρωδια απο φαγητο εφτανε στη μυτη μου. Μετα απο μια ωριτσα ολα ειχαν τακτοποπιηθει, ειχα κανει το μπανακι μου και ενω καθομασταν στη τηλεοραση, η μαμα της μας φωναξε στο τραπεζι για να φαμε. Ο μπαμπας της εμενε σε αλλο σπιτι και ετσι δεν ειχα κατι αλλο να περιμενω.

Το φαγητο ηταν υπεροχο, ενα Βαυαρεζικο γευμα οπως μου ειπαν και η κουραση ειχε αρχισει να φαινεται στα ματια μου.

Η Σουζι, ευγενικο κοριτσι οπως ηταν, με συνοδεψε μεχρι το δωματιο μου και μεσα σε λιγα λεπτα χωρις καμια σκεψη να με καθυστερει, επεσα σε ενα βαρυ, ομορφο και ασφαλη υπνο.

Το πρωινο ηταν ακομα ποιο ωραιο. Ενα γεματο τραπεζι. Αυγα, μπεικον, μαρμελαδες, λουκανικα, καπνιστα κρεατα και οτι αλλο μπορουσες να φανταστεις. Στην αρχη ντρεπομουνα λιγο, αλλα μετα η πεινα μου με απελευθερωσε κι ετσι απολαυσα ενα πρωινο που δεν ειχα φαει ποτε ξανα. Φυσικα….για να μην τους προσβαλω τους ανθρωπους…ειπα μεσα μου γελωντας.

Μετα απο μια ηρεμη μερα, οπου ξεναγηθηκα στη πολη, υπηρχε σχεδιο απο τη Σουζι το βραδυ να με γνωρισει στη παρεα της. Το ραντεβου ηταν σε μια ντισκο που μονο μελη μπορουσαν να περασουν. Ανοιξε ενα μικρο πορτακι απο τη κυριως εισοδο και αφου εδειξε τη καρτα της, τοτε ανοιξε η μεγαλη πορτα και μας αφησαν να περασουμε.

Ενα μεγαλο τραπεζι με καμια δεκαρια ατομα μας περιμεναν εκει. Μολις μας ειδαν μια κοπελα ορμηξε με ταχυτητα προς το μερος μας και με ρωτησε στα αγγλικα.

” εσυ πρεπει να εισαι…. ο Παυλος!!” μου ειπε με ναζι, εχοντας το ενα δαχτυλο στο στομα. “ναι…εγω ειμαι..” της απαντησα αμηχανα. “εγω ειμαι η Ουσι.. και θα χαρω να κατσεις μαζι μας” Κοιταξα λιγο πλαγια τη Σουζι δειχνοντας της οτι επρεπε να αναλαβει τη συζητηση και καθισα σε μια λιγο πιο απομερη θεση στο τραπεζι.

“μα ελα ποιο κοντα…θελουμε να σε γνωρισουμε…..τοσα μας ειπε η φιλη μας για σενα..” φωναξε η Ουσι και τραβηξε τη καρεκλα της πιο κοντα μου. Προς μεγαλη μου εκπληξη η Ουσι εβγαλε μια φωτογραφια απο τη τσαντα της και μου την εδειξε. Ηταν η Σουζι με μενα σε ενα μπαρακι στην Ελλαδα. “καλα…εσυ πως εχεις αυτη τη φωτογραφια…” την ρωτησα χαμογελωντας. Δεν μου απαντησε, αλλα κοιταξε πονηρα τη Σουζι και γελασε.

Μπερδευτηκα τοτε λιγο, αλλα δεν εδωσα καμια σημασια και συνεχισα να παρατηρω τη ντισκο. Απο τη συζητηση που ειχαμε με τη Σουζι, μου ειχε πει οτι με το φιλο της ηταν μαλωμενη κι ετσι δεν ειχε προβλημα αν θα μας εβλεπε μαζι. Και τι μαζι δηλαδη. Παρεα ημασταν. Δεν ειμασταν και ζευγαρι! Μετα απο αρκετη ωρα ενας καινουργιος φιλος τους ηρθε στη παρεα και καθισε τρεις θεσεις μακρια μας.

Απο το υφος της καταλαβα οτι ηταν ο φιλος της. Δεν αργησα να τον πλησιασω και αρχισαμε μια συζητηση περι Ελλαδος πιο πολυ, που μας εκανε να ξεκολλησουμε λιγο απο τη παρεα. Με την ακρη ομως του ματιου μου εβλεπα την Ουσι που μιλαγε με τη Σουζι και συνεχεια μας κοιταζαν. Τελικα ετσι περασε το βραδυ και μετα απο πολλα αντιο και φιλια χωρισε η παρεα μας κι εμεις συνεχισαμε για το σπιτι.

Μπηκαμε λοιπον παλι στη BMW του γνωστου της και ενω οδηγουσε, μια αποτομη και αναπαντεχη σκηνη ακολουθησε απο τη Σουζι. Αρχισε ξαφνικα να σιγοκλαιει, γιατι οπως ισχυριζοταν δεν της εδινα σημασια και δεν αισθανομουν τιποτα για αυτην. Δεν ηξερα τι να κανω. Ημουνα σε δυσκολη θεση γιατι αυτη η κοπελα μου ειχε φερθει τοσο καλα, αλλα…..

Αφου την πηρα αγκαλια και την ηρεμησα φτασαμε στο σπιτι της.

Ημουνα αποφασισμενος μετα απο μια η δυο μερες να συνεχισω το ταξιδι μου, γιατι αν καθομουνα κι αλλο τα πραγματα ισως να χειροτερευαν και πραγματικα δεν ηθελα. Αυτοι οι ανθρωποι μου ειχαν φερθει τοσο καλα. Επρεπε ομως να κανω κατι πριν φυγω. Επρεπε να την βοηθησω να ξαναφτιαξει τη σχεση της.

Την αλλη μερα το πρωι αποφασισα να κανω μια βολτα μονος μου στο Μοναχο και ετσι αφου πηρα το λεωφορειο που χαρακτηριστικα θυμαμαι οτι πανω στη σταση εγραφε οτι θα ερθει στις 12 και 47 λεπτα και ηρθε ακριβως στην ωρα του, εφτασα στο κεντρο. Εκει περασα αρκετη ωρα περιφερομενος, ωσπου ηρθε η ωρα της πεινας και σκεφτηκα να γυρισω πισω. Τωρα ομως δεν ηξερα πιο λεωφορειο να παρω για την επιστροφη και ετσι αποφασισα να παρω ενα ταξι με τα λιγα μαρκα που ειχα.

Βρηκα μια πιατσα και μπηκα στο πρωτο ταξι που βρηκα να περιμενει. Ενα Mercedes και οδηγος μια ομορφη και εντυπωσιακη κοπελα, γυρω στα εικοσιεπτα.Ξαφνιαστηκα, γιατι τοτε ακομα στην Ελλαδα οι γυναικες δεν εκαναν τετοιου ειδους δουλειες, αλλα γρηγορα προσαρμοστηκα.

Η κοπελα καταλαβε οτι ειμαι ξενος και ετσι αρχισε μια συζητηση απο που ειμαι και μετα περι Ελλαδας φυσικα, που τοσο πολυ αγαπουσαν οι Γερμανοι. Ωσπου να φτασουμε ειχαμε ανταλλαξει τηλεφωνα και εγω φυσικα της εδωσα το τηλεφωνο του σπιτιου της Σουζι.(κινητα δεν υπηρχαν τοτε)

Εφτασα λοιπον και μετα απο το παντα ωραιο και ευγευστο φαγητο της μαμας της, κατσαμε με τη Σουζι στο σαλονι. “θα ηθελα να με συνοδεψεις σ ενα παρτυ αποψε..” μου ειπε κοιτωντας με στα ματια. ” θα δουμε Σουζι…γιατι εχω μια φιλη που πρεπει να δω αποψε…” της απαντησα με καποιες ενοχες, λογω της φιλοξενιας που μου προσεφεραν. “ασε τ αστεια Παυλο και πες μου ναι…” ειπε κοιτωντας με ερευνητικα. “Πιες τον καφε σου τωρα και θα δουμε.” της απαντησα ξερα.

Δεν πρεπει να περασε μια ωρα απο τοτε, οταν το τηλεφωνο χτυπησε και η Σουζι με εκπληκτο υφος με φωναξε να παω. Μου εδωσε το ακουστικο και καθισε εκει διπλα μου για να ακουει τι λεω. Εγω μιλησα για λιγο και μετα πριν τελειωσω, ρωτησα τη Σουζι αν μπορω να παω στο παρτυ που μου ελεγε πριν, αλλα με τη καινουρια μου φιλη. Εκεινη με ενα νοημα μου ειπε ενταξει κι ετσι κλειστηκε η συναντηση. Σουζι…..καλο θα ειναι να πεις και στο φιλο σου να ερθει μαζι, γιατι εγω δυο γυναικες μαζι δεν συνοδευω..” της ειπα και εβαλα το χερι μου πανω στον ωμο της. εκεινη με πηρε αγκαλια και αφου με κοιταξε για λιγη ωρα χωρις να λεει τιποτα, ξαφνικα μου εδωσε ενα φιλι στο μαγουλο και ειπε. “ενταξει….θα γινει οπως θελεις..” “Σουζι” της ειπα “εγω δεν ειμαι για σχεσεις…εχω ενα σκοπο και δεν τον αφηνω…ησουν και θα εισαι παντα φιλη μου..μην το ξεχνας” “ναι αλλα….” πηγε να πει η Σουζι, ομως εγω της εκλεισα ελαφρα το στομα της με το χερι μου και πηγα παλι προς το καναπε για να συνεχισω το καφε μου.

Το βραδυ μας βρηκε εμενα να συνοδευω τη καινουργια μου φιλη και τη Σουζι με το φιλο της. Το ιδιο κιολας βραδυ μετακομισα και εμεινα εκει στο σπιτι της καινουργιας μου φιλης, δυο ακομα μερες. Ειχε ερθει η στιγμη να συνεχισω και το Magic Bus αναχωρουσε στις εντεκα το πρωι. Εκει βρεθηκαμε ολοι μαζι και μετα απο ενα συγκινητικο αποχωρισμο μπηκα στο λεωφορειο με ελπιδα μου τη τυχη για καλη συνεχεια. Τι τυχη ομως μπορουσα να εχω τωρα που τα χρηματα μου δεν μου φταναν ουτε για φαγητο? Διπλα μου καθοταν ενας Κυπριος που μετα απο μιση ωρα ταξιδιου ειχε αρχισει να ροχαλιζει αγρια και χωρις διακοπη. Μια αγκωνια μου τον αναγκασε να ανοιξει τα ματια του και να με ρωτησει που ειμαστε. “ακομα δεν ξεκινησαμε και ρωτας που ειμαστε?” του απαντησα χαμογελωντας.

Εκεινος ξαναγυρισε απο την αλλη πλευρα το προσωπο του και μετα απο δυο λεπτα αρχισε παλι αυτο το ενοχλητικο ροχαλητο. Καποια στιγμη που το λεωφορειο αρχισε μια διαδρομη με στροφες, ο Κυπριος ξυπνησε και κοιτωντας με μου ειπε ξερα και κοφτα. “αμα πεινασεις πες μου….μην ντραπεις” “γιατι, τι θα φαμε, τα δαχτυλα μας?..” του απαντησα ειρωνικα. “εχω μια φρατζολα μεσα στη τσαντα… για τις δυσκολες ωρες” μου ειπε με υφος, κοιτωντας εξω απο το παραθυρο. ” κι εσυ αμα θες κανενα τσιγαρο πες μου να σου στριψω…” του απαντησα ανταποδιδοντας του τη διαθεση αυτοβοηθειας. Εγω καπνιζα στριφτα τσιγαρα γιατι ετσι ο καπνος ηταν πιο φτηνος και ειχε και ενα ιδιαιτερο στυλ που τοτε μου αρεσε.

Φτασαμε στη Μαγχη και επιβιβαστηκαμε στο πλοιο που θα μας μετεφερε στην Αγγλια. Το μονο που ειχαμε βαλει στο στομα μας ηταν η φρατζολα του Κυπριου και η πεινα ειχε αρχισει να γινεται ενοχλητικη. Οι επιβατες κρατουσαν σχεδον ολοι απο ενα δισκο με φαγητο που ειχαν εφοδιαστει απο το εστιατοριο του πλοιου, επι πληρωμη φυσικα. Μετρησα τα χρηματα που μου ειχαν απομεινει και μ επιασε απελπισια. Εφτανα Αγγλια και δεν ηξερα τι θα εκανα. Περιμενα περιπου μια ωρα και τωρα η πεινα ειχε γινει αφορητη. Δεν γαμιεται.σκεφτηκα. θα παρω κατι να φαω και βλεπουμε μετα τι θα γινει. Ετσι πηγα στο εστιατοριο, αλλα δεν ειχε μεινει τιποτα εκτος απο κατι λεμονια που ειχαν περισσεψει και μερικα κομματια ψωμι. Πηρα λοιπον οσα πιο πολλα λεμονια μπορουσα να κρατησω, μαζι και μερικα ψωμακια και εκατσα σε μια γωνια. Εφαγα οσα μπορουσα και τ αλλα τα πεταξα.

Σκεφτηκα οταν φτασω στο Λονδινο να παρω ενα τηλεφωνο το πατερα μου για βοηθεια, αλλα θυμηθηκα τι μου ειχε πει πριν φυγω. “εγω σου δινω τα λεφτα για να πας Αμερικη. Τωρα αν τα φας με το Λαρρυ στο δρομο, μην με παρεις τηλεφωνο γιατι δεν θα σου στειλω τιποτα… Καταλαβες?” Και ειχε δικιο ο ανθρωπος. Αυτος μου πληρωνε το αεροπορικο εισητιριο και εγω πηρα τα χρηματα για να κανω αυτο που μου κατεβαινε στο κεφαλι. Επρεπε να συνεχισω. Επρεπε να φτασω στο προορισμο μου παση θυσια. Φυσικα το σχεδιο περι Παπαθανασιου στο Λονδινο ουτε που με ενδιεφερε πια. Το μονο που ηθελα ηταν να φτασω στον αδελφο μου.

Αυτη η ξυνιλα απο τα λεμονια μου ειχε χαλασει το στομαχι και για αρκετες ωρες ημουνα μεταξυ φθορας και αφθαρσιας, οταν ακουσα απο καποιον οτι σε λιγο φταναμε. Το κουνημα του πλοιου σε συνδιασμο με το χαλασμενο μου στομαχι με ειχαν ανακατεψει και αισθανομουνα ασχημα και μονος. Με το μικρο μου σακιδιο στον ωμο σηκωθηκα και προχωρησα προς την εξοδο του πλοιου για να ειμαι απο τους πρωτους που θα εβγαιναν εξω.

Επιτελους ειχαμε φτασει.

Στο τελωνειο επρεπε να δειξουμε τι συναλλαγμα ειχε ο καθε ενας επισκεπτης για να δοθουν και οι βιζες. Οταν εφτασε η σειρα μου, ενας τελωνειακος γελασε κατω απο τα μεγαλα του μουστακια και μου ειπε οτι δεν μπορουσα να περασω στην Αγγλια μ αυτο το συναλλαγμα που ειχα.

Οταν του εξηγησα οτι εγω εκει θα εμενα μονο μια μερα γιατι ταξιδευα για Αμερικη μεσω Αγγλιας, μου εδωσε το οk, φυσικα αφου του εδειξα πρωτα τη πρασινη καρτα που ειχα για Αμερικη. Μου ζητησε να του δειξω και το αεροπορικο εισιτηριο, αλλα ενα μικρο ψεμα οτι μου το ειχε στειλει η μητερα μου στην αεροπορικη εταιρεια, του εδωσε το αλλοθι να μου πατησει μια σφραγιδα στο διαβατηριο μου, που μου εδινε την αδεια να μπω στην Αγγλια για ενα μηνα.

Επιβιβαστηκα λοπον ξανα στο λεωφορειο και αφου περασαμε το Folkstone, μια πολη αρκετα κοντα στο λιμανι κατευθυνθηκαμε ολοταχως προς Λονδινο.

Οταν φτασαμε χαιρετησα το Κυπριο και εμεινα μονος στο κεντρο ψαχνοντας να βρω πιο λεωφορειο θα με πηγαινε στο αεροδρομιο. Καποιος μου εδειξε πως να παω στην αφετηρια κι ετσι μετα απο μια αποτυχημενη προσπαθεια οπου πηρα λαθος λεωφορειο, τελικα εφτασα στο αεροδρομιο κουρασμενος και ανυσηχος για το αν θα μου εφταναν τα χρηματα για το εισιτηριο.

Προχωρησα προς τον κισε της LAKER TOURS και ρωτησα ποτε υπηρχε πτηση για τη Νεα Υορκη. Μου απαντησαν σε τρεις ωρες και ρωτησα ποσο κοστιζει.

Η τιμη ηταν τριπλασια απο τα χρηματα που ειχα. Και τωρα? Τι γινεται τωρα? Σκεφτηκα. Καθισα στα μεταλλικα καθισματα του αεροδρομιου και αρχισα να σκεφτομαι ποιες ηταν οι λυσεις που ειχα. Τιποτα δεν περναγε απο το μυαλο μου. Για μια στιγμη μου ηρθε μια σκεψη απελπισιας. Σκεφτηκα να πουλησω το παλτο μου. Εκανα μερικες προσπαθειες αλλα ο κοσμος με κοιταζε περιεργα, σαν να εψαχνα χρηματα για τη δοση μου. Ντραπηκα αρκετα και ετσι ξαναεκατσα σ ενα ελευθερο καθισμα για να σκεφτω. Μετα απο λιγο παρατηρησα οτι διπλα μου δεν καθοταν κανεις. Ποιος ξερει γιατι… Κατι επρεπε να κανω, αλλα τι?

Επρεπε τις επομενες δυο ωρες να εχω βρει τροπο να φυγω, μιας και υπηρχαν θεσεις στο αεροπλανο, οχι ομως και τα χρηματα, γιατι το επομενο ηταν την αλλη μερα το απογευμα. Προχωρησα προς το κισε της εταιρειας αποφασισμενος.

Εκει μια υπαλληλος με ρωτησε τι θα ηθελα και ετσι αρχισα να της λεω οτι εχασα τα χρηματα μου και οι γονεις μου με περιμεναν στην Αμερικη. Της ζητησα λοιπον αν μπορουν να με εξυπηρετησουν μεσω της εταιρειας τους και θα τους εστελνα τα χρηματα με επιταγη απο εκει που πηγαινα.

Η απαντηση ηταν ξερη. “οχι κυριε. Αυτο ειναι αδυνατον.” Της ειπα ευχαριστω και απομακρυνθηκα παλι προς τα καθισματα. Τοτε μου ηρθε στο μυαλο ενα τραγουδι μας και αρχισα να το σιγοτραγουδαω. Η αγαπη, η αγαπη που χαθηκε στη σκονη… Τι ειρωνεια.

Εμεις ειχαμε ενα τραγουδι που το ηξερε ολη η Ελλαδα και εγω δεν ειχα τα απαραιτητα χρηματα να ταξιδεψω. Ενα περιεργο πεισμα φωλιασε τοτε μεσα μου και ημουνα αποφασισμενος να κανω αυτο που ηθελα. Σε μιση ωρα η κοπελα στο κισε ειχε φυγει, μαλλον αλλαξε βαρδια και ενας νεαρος καθοταν στη θεση της. Ηταν λεπτοκαμωμενος με θυληπρεπεις κινησεις που ειχαν μια ιδιαιτερη χαρη και ευγενεια.

Τον παρατηρουσα για λιγη ωρα και μετα σηκωθηκα και πηγα κοντα του. Το ιδιο παραμυθι οτι εχασα τα χρηματα μου και με περιμεναν οι γονεις μου, αυτη τη φορα συγκινησε πιο πολυ τον ευγενικο νεο απ οτι την προηγουμενη ψυχρη Αγγλιδα.

Μου απαντησε οτι αυτος δεν μπορουσε να κανει τιποτα, αλλα θα μιλαγε στη διευθυντρια. Σηκωσε το ακουστικο του τηλεφωνου του και αφου μιλησε περιπου μισο λεπτο, μου ειπε να περιμενω. Σε λιγο μια ευπαρουσιαστη κυρια εμφανιστηκε και αφου ο νεος με συστησε, μου ειπε οτι ειναι η μονη που θα μπορουσε να παρει καποια αποφαση για το προβλημα μου.

Μιλησαμε αρκετη ωρα και στο τελος αφου σκεφτηκε μου ειπε οτι η εταιρεια δεν μπορουσε να κανει τιποτα, αλλα αυτη προσωπικα θα μου εδινε το υπολοιπο ποσο του εισητηριου και αν δεν της εστελνα τα χρηματα θα τα πληρωνε απο το μισθο της.

Η χαρα ηταν ζωγραφισμενη στο προσωπο μου. Επιτελους ειχε βρεθει ο τροπος να ξεκολλησω απο εκει. Την ευχαριστησα πολλες φορες απ οτι θυμαμαι και ετσι τωρα περιμενα στην αιθουσα αναμονης του αεροδρομιου με προορισμο τη Νεα Υορκη.

Η θεση μου στο αεροπλανο ηταν στο παραθυρο και διπλα μου καθοταν μια ηληκιωμενη κυρια και πιο διπλα ο συζυγος της. Με ρωτησαν απο που ειμαι και αρχισαμε μια κουβεντουλα για τα Ελληνικα νησια που ειχαν επισκεφτει πριν καποια χρονια.

Το αεροπλανο ηταν στον αερα και περιμενα ποτε θα μας σερβιρουν το φαγητο μας, γιατι ουτε θυμομουνα απο ποτε ειχα να φαω. Σε καμια ωριτσα μια μυρωδια μου εσπασε τη μυτη. Ανασηκωθηκα λιγο και ειδα οτι ειχαν ηδη ξεκινησει να σερβιρουν τα πρωτα καθισματα.

Οι σιελογονοι αδενες μου ειχαν αρχισει να εκκρινουν αρκετα υγρα. Το στομαχι μου γουργουριζε και το μονο που μπορουσα να σκεφτω, ηταν ποσο φαι θα εχει η μεριδα. Τι θα ηταν ουτε που μ ενοιαζε. Η αεροσυνοδος ακουμπησε τους δισκους στα τραπεζακια μπροστα μας και μας ευχηθηκε καλη ορεξη. Χωρις καμια καθυστερηση αρχισα να τρωω το κοκκινιστο μοσχαρισιο κρεας μαζι με τη πατατοσαλατα και με εκπληξη εβλεπα οτι η ηλικιωμενη κυρια διπλα μου ετρωγε μονο το μικρο γλυκο που ειχε το μενου.

Μετα απο λιγα λεπτα ο δισκος μου ελαμπε, αλλα πειναγα κι αλλο. Γυρισα προς τη κυρια και αφου της ειπα οτι το μενου ηταν πολυ ωραιο, τη ρωτησα γιατι δεν ετρωγε. Αυτη με ευγενια μου απαντησε οτι δεν της αρεσαν τα κοκκινιστα. Περιμενα λιγο ακομα και μετα χωρις δισταγμο την ρωτησα αν θα μπορουσα να φαω και το δικο της πιατο. Ευχαριστως μου ειπε και το ακουμπησε ευγενικα στο τραπεζακι μου περνωντας τον δικο μου αδειο δισκο μπροστα της.

Με συγχωρειτε της ειπα, αλλα εχω δυο μερες να φαω. Καλα παιδι μου, μου απαντησε. Αμα θελεις μετα, εχω και ωραια σοκολατενια μπισκοτακια, μου ξαναειπε. Δεν ηξερα τι ειχε αλλαξει, ομως η τυχη μου τωρα μου χαμογελουσε και σε λιγο τα προβληματα μου θα ειχαν τελειωσει. Μονο επτα ωρες ακομα, σκεφτηκα. Μετα το γευμα ηρθε ενας ωραιος ζεστος καφες συνοδευομενος με τα ωραια σοκολατενια μπισκοτακια της ευγενεστατης αυτης κυριας.

Νεα Υορκη…

Στο αεροδρομιο της Νεας Υορκης δεν με περιμενε κανεις αφου δεν ηξεραν ποτε θα πηγαινα. Περασα ολους τους ελεγχους και ημουνα στη πιατσα των ταξι περιμενοντας για ενα.

Μολις μπηκα στο πρωτο που σταματησε, εδωσα στον οδηγο ενα χαρτακι με τη διευθυνση του αδελφου μου και του ειπα οτι μολις φτασουμε θα περιμενει λιγο να ειδοποιησω τον αδελφο μου να μου φερει χρηματα να τον πληρωσω. Δεν προλαβα να τελειωσω τη φραση μου, οταν με ενα αποτομο φρεναρισμα ο οδηγος σταματησε το αυτοκινητο, και με το χερι του ανοιξε τη πορτα. Παρακαλω βγειτε εξω, μου ειπε. Χωρις χρηματα δεν παω πουθενα, προσθεσε.

Στο επομενο ομως ταξι, ηξερα τι επρεπε να κανω. Εδωσα τη διευθυνση και δεν ειπα τιποτα. Μολις φτασαμε του ειπα να περιμενει λιγο και πηγα προς τη πορτα του σπιτιου του αδελφου μου. Χτυπησα το κουδουνι και η μητερα μου ανοιξε τη πορτα. Τα προβληματα ειχαν τελειωσει.

Το πρωτο πραγμα που εκανα την επομενη μερα, ηταν να στειλω με επιταγη τα χρηματα πισω στη διευθυντρια της αεροπορικης εταιρειας και μαζι μια καρτα που την προσκαλουσα να ερθει στην Ελλαδα οποτε ηθελε. Της ειχα γραψει θυμαμαι, οτι το σπιτι μου ηταν και σπιτι της. Μονο να ελεγε το ναι και ολα θα ηταν ετοιμα γι αυτην. Φυσικα ποτε δεν ηρθε και ποτε δεν επικοινωνησε μαζι μου.

Ενότητα ΙI

Οταν γυρισα στους φιλους μου, τους βρηκα να μιλανε για τις καινουριες τους συνθεσεις. Ολοι ειχαν ενα περιεργο υφος.Ισως το ιδιο υφος να ειχα κι εγω χωρις να το καταλαβαινα. Ειχαμε μαλλον ξεχασει οτι εμεις το μονο που καναμε ηταν τραγουδακια και τιποτα παραπανω. Η επιτυχια μας ειχε αυξησει τον εγωισμο και ολοι μας βλεπαμε τη μετα Τερμιτων πορεια. Κανεις δεν το παραδεχοταν, ομως το εβλεπες καθημερινα στα ματια, στις κινησεις.

Ο τιτλος της καινουριας δουλειας ηταν “Περιμενοντας τη βροχη” και περιεργως, ενω δεν ειχα κανενα τραγουδι μου μεσα, μου αρεσε πιο πολυ απ ολες μας τις δουλειες. Οι προβες ειχαν γινει και hμασταν ετοιμοι για την ηχογραφηση.Το στουντιο ηταν ετοιμο κι εμεις διναμε τη τελευταια μας στουντιακη παρασταση σαν Τερμιτες. Ολα ηταν ετοιμα. Ο φιλος μας Ορεστης, ειχε βγαλει τη φωτογραφια του εξωφυλου και η σειρα των τραγουδιων ειχε οριστει. Ελειπε η τελικη μακετα.

Εγινε λοιπον οτι επρεπε να γινει και η δυσκολη στιγμη των φιλων και μουσικων ειχε φτασει. Το συμβολαιο μας ειχε λhξει και ειμασταν ελευθεροι απο τις εταιρειες αλλα και απο το ονειρο…

Δεν μ ενδιεφερε πια τιποτα.Ο δισκος ηταν υπεροχος. Ειχε πολυ ωραιο ηχο και μια μελαγχολια που ταιριαζε στη περιπτωση. Αυτο που ελειπε ηταν το τελευταιο αντιο μας προς τους φιλους των Τερμιτων. Ετσι ο δισκος στο κατω μερος του οπισθοφυλλου αναφερει.

” Θα ξαναφωτογραφηθουμε. Εγχρωμοι. Αχνιστοι. Προετοιμασμενοι. Θα εκδοθουμε σε επωνυμο περιοδικο κομιξ. Μπορωντας ο καθενας μας να χρησιμοποιησει τη φωτογραφια του σαν διαβατηριο, στον χωρο που θα συναντηθουν ζωντανοι και νεκροι με δεντρα και ουρανους offset. Θα ακολουθησει καυση εντυπων και θα εντοπιστει η αναγκη για το ζητουμενο ακορντο, απο το μουσικο κουτι! ΤΕΡΜΙΤΕΣ “

Ο δισκος βγηκε και δεν γνωρισε τοση επιτυχια οπως οι προηγουμενες δουλειες μας. Κρατηθηκε σε νορμαλ επιπεδα. Αυτο ομως δεν ειχε καμια σημασια πια για μενα. Ακολουθησαν μερικες συναυλιες και ειχε ερθει η ωρα του χωρισμου.

Ετσι τελειωσε η πολυταραχη ιστορια των Τερμιτων, εχοντας αφησει ολους μας στην αγωνια και την ελπιδα του αυριο….. Τερμιτες Λαυρεντης Μαχαιριτσας Αντωνης Μιτζελος Φιλιππος Σπυροπουλος Παυλος Κικριλης Τακης Βασαλακης (στους 2 πρωτους δισκους) Τολης Σκαματζουρας (στο Armageddon) Γιαννης Σπυροπουλος-Μπαχ (οταν ηθελε ηταν Τερμιτης ) ποιηση και στιχοι Μιχαλης Μαρματακης Ξενοφων Μπουρζακης Χαρης Καφετζοπουλος Γιαννης Σπυροπουλος Παυλος Κικριλης συνθεσεις Λαυρεντης Μαχαιριτσας Αντωνης Μιτζελος Παυλος Κικριλης Γιαννης Σπυροπουλος Τερμιτες http://www.termitesband.com/ το επισημο site των Τερμιτων http://termitesband.blogspot.com/ Απο τον Κωστα Θεριουδακη με αγαπη και μερακι φτιαγμενο

Ενότητα ΙI

Μαζί μου έφερα από το στρατό ένα καινούργιο φίλο, που περιέργως είχαμε γεννηθεί την ιδία ακριβώς ημερομηνία και έτος στο ίδιο νοσοκομείο με ιδία ομάδα αίματος στον ίδιο λόχο και φυσικά τάγμα στο στρατό και διάφορες άλλες συμπτώσεις. Ο φίλος αυτός ονομαζόταν Τάκης, και το σπουδαιότερο!! Έπαιζε κι αυτός κιθάρα. Πολύ γρήγορα μπήκε κι αυτός στη παρέα και έγινε φίλος κολλητός και αδελφικός. Δεν άργησε φυσικά να μετονομαστεί το συγκρότημα που ήδη είχαμε και έτσι προστέθηκε ένα ψηφίο, το J. Δηλαδή P.L.J. band. (Παύλος, Λαρρυ, Τζίμι )

Τώρα πια το μονό που έλειπε ήταν το υλικό. Το υλικό που θα μας απογείωνε, όχι στο κόσμο, αλλά στα όνειρα μας. Στα όνειρα που τόσο καιρό κάναμε και είχε έρθει η ώρα να τα πραγματοποιήσουμε. Όμως επειδή ήμασταν και λίγο ψωνισμένοι με τη καριέρα στο εξωτερικό, γιατί έτσι καθόταν καλυτέρα το όνειρο, γράψαμε τους πρώτους στίχους μονοί μας στα αγγλικά και προσπαθήσαμε να τους μελοποιήσουμε όχι ανεπιτυχώς όπως σήμερα βλέπω! Έτσι δεν πέρασε πολύς καιρός μέχρι να ετοιμαστούν τα πρώτα τέσσερα τραγούδια που έψαχναν τρόπο να ακουστούν στέλνοντας μας στον ύψιστο βαθμό ικανοποίησης.

“εγώ λέω να πάμε σε κάποια εταιρεία” προτείνε ο Τζιμης καθώς όλοι σκεφτόμασταν τι να κάνουμε. “και σε ποιον να πάμε ρε Τζίμη και ποιος να μας ακούσει? Δεν βλέπεις ότι μονό τα λαϊκά έχουν πέραση?” του απάντησα.

Ο Λαρρυ σκεπτικός δεν απάντησε ούτε σχολίασε τίποτα, αλλά φαινόταν στο πρόσωπο του ότι κάτι καλό είχε στο νου του. Μα επιτελούς, σκέφτηκα. θα μιλήσεις η όχι? Πέρασε αρκετή ώρα χωρίς κανένας να πει τίποτα, μέχρι που η σιωπή και μαζί το αίνιγμα λυθήκαν. “το βρήκα” είπε ο Λαρρυ κοιτώντας στο κενό αόριστα και με ύφος . “θα βγάλουμε ένα δίσκο μονοί μας χωρίς να έχουμε ανάγκη κανένα. Με δικά μας έξοδα κι έτσι θα κάνουμε και ότι γουστάρουμε. Τι λέτε?”

Το τι επακολούθησε δεν λέγεται. Πετάχτηκα όρθιος αγκαλιάζοντας τον και ένα ξέφρενο γλέντι άρχιζε με γέλια και γεμάτοι κέφι σε βαθμό που ίσως να μην θυμόμασταν και γιατί γλεντούμε μετά από λίγη ώρα. Η αφορμή πάντως για τα γέλια είχε δοθεί ανεξαρτήτως θέματος! Συνήθως έτσι γινόταν. Από κάτι αρχίζαμε και στο τέλος δεν θυμόμασταν γιατί γελάμε. Τώρα ήμασταν όλοι στην αναζήτηση χρημάτων για την εκπλήρωση της απόφασης μας. Δύσκολο πράγμα, σκέφτηκα. Εγώ πως θα ζητήσω από τους γονείς μου, αφού δεν θέλουν να ακούνε για αυτά τα όνειρα. Κάπως αλλιώς με φανταζόντουσαν και Κάπως αλλιώς τους έβγαινα. Εκείνοι σ ένα περίπτερο έτρωγαν τη ζωή τους από το πρωί ως το βράδυ για να ζήσουμε κι Εγώ έπρεπε να τους κάνω να καταλάβουν. Δύσκολο. Πολύ Δύσκολο. Οι περιστασιακές φίλες μου σκέφτηκα ούτε που θα έδιναν σημασία. Από εκεί για να πάρεις λεφτά πρέπει να δώσεις και τη ψυχή σου.

Αποφάσισα λοιπόν να βοηθάω τους γονείς μου στο περίπτερο τα μεσημέρια ώστε να μαζέψω κάποια χρήματα για το σκοπό μας. Πέρασε αρκετός καιρός τότε με πρόβες συζητήσεις και με ωραίες πραγματικά στιγμές. Ανέμελες στιγμές που θα θυμάμαι σ όλη μου τη ζωή.

Τώρα τα χρήματα υπήρχαν (όλοι μαζί τα βρήκαμε) και είχε έρθει η στιγμή της ηχογράφησης. Θυμάμαι ότι μια μέρα πριν δεν μπόρεσα να κοιμηθώ, όπως ακριβώς όταν μας πήγαιναν εβδομαδιαία εκδρομή με το γυμνάσιο και δεν έκλεινα μάτι τη προηγουμένη. Ίσως από τον ενθουσιασμό…δεν ξερώ γιατί! Η μέρα αυτή της ηχογράφησης ήταν μια μεγαλειώδης μέρα. “και Τώρα που έχουμε το υλικό στα χεριά μας, ήρθε η ώρα να το σπρώξουμε” είπε ο Λαρρυ. “ναι, αλλά πως θα γίνει αυτό? ” του απάντησα σαν να μην το είχα σκεφτεί αυτό ποτέ πριν. Και πραγματικά ο ενθουσιασμός ήταν τόσο μεγάλος που μονό η ηχογράφηση μ ενδιέφερε. Το τι θα γινόταν μετά…. “Ας το δώσουμε στο ραδιόφωνο. Υπάρχουν παραγωγοί που τους αρέσει να παρουσιάζουν καινούργιες δουλειές” απάντησε ο Τζίμης.

Τελικά η πορεία από αυτό το δισκάκι που περιλάμβανε τέσσερα τραγούδια, ήταν αυτό που ορίζει η λογική και όχι τα όνειρα και το συναίσθημα. Πήγε σε μετρικούς παραγωγούς ραδιόφωνου και μοιράστηκε σε φίλους και γνωστούς, που σήμερα είναι υπερήφανοι (όπως λένε) που το έχουν. Εγώ πάντως αυτό που είχα κρατήσει το έδωσα κάπου και σήμερα δεν το έχω. Παρά Πολύ μ έχει στενοχωρήσει αυτό.

Πέρασε καιρός παίζοντας σκάκι στη πλατεία της Πλακάς φλερτάροντας τη καινούργια δουλειά που θα κάναμε. Μουσική δουλειά φυσικά.

Ήταν η εποχή που αγόρασα (μαλλον που μου αγορασαν οι γονεις μου) για πρώτη φορά μια μοτοσικλέτα, κάτι που ήθελα από πολύ μικρός και έτσι τώρα είχα τη δυνατότητα να πάω διακοπές με κάτι δικό μου, με κάτι που αγαπούσα τόσο πολύ. Με μια δικιά μου, καταδίκη μου μοτοσικλέτα. Αυτή μου έδινε την αίσθηση της ελευθερίας, όταν ο αέρας κέρναγε κυριολεκτικά μέσα από τη ψυχή μου. “ξέρεις κάτι ρε Παύλο!” μου είπε ο Λαρρυ και χωρίς στην ουσία να περιμένει απάντηση, συνέχισε να λέει “έχω μια ιδέα μια πολύ καλή ιδέα” μικρή παύση Λαρρυ “τελευταία διαβάζω πολύ τη Καινή Διαθήκη και….” Π “και σκέφτεσαι να γίνεις παπάς” του είπα γελώντας Λ “περίμενε ρε! ακόμα δεν πρόλαβα να σου πω και…” “Αϊ άντε πες το επιτέλους! Παίζεις με την αγωνιά μου?” “Καλά καλά. άκου..” Μικρή σιωπή και η αγωνιά μου έχει φτάσει στα ύψη. Ξερώ ότι κάτι για το συγκρότημα θα πει. Το Ξερώ… “Σκέφτηκα να κάνουμε ένα ολοκληρωμένο μουσικό έργο με θέμα την αποκάλυψη του Ιωάννη. Έχω μάλιστα αρχίσει κάτι…και νομίζω ότι θα είναι δύσκολη υπόθεση αλλά αξίζει το κόπο. Τι λες…” Για μια στιγμή έμεινα έτσι να τον κοιτάζω στα ματιά χωρίς να Ξερώ τι να πω, όχι γιατί δεν μου άρεσε η ιδέα, αλλά γιατί είχα μείνει έκπληκτος. “Μιλά ρε μαλάκα, σ αρέσει η όχι?” Εγώ απλώς του έγνεψα καταφατικά χωρίς να μπορώ να αρθρώσω ούτε λέξη. Στα ματιά μου όμως μπορούσε να καταλάβει τη σκέψη μου και να διακρίνει την έκπληξη μου. “Και ξέρεις κάτι… θα κάνουμε τη δουλειά Αυτή και μετά θα σου πω πως θα τη προωθήσουμε” Ήμουν προσηλωμένος στις σκέψεις του και περίμενα με αγωνιά τι θα μου πει “Όταν θα έχουμε τα tape στα χέρια, θα κάνουμε ένα ταξίδι στο εξωτερικό και θα τα δώσουμε να τ ακουστούν οι….ξέρεις ποιοι?” “Ποιοι θα ακουστούν στο εξωτερικό τη δικιά μας δουλειά. Πλάκα κάνεις?” Όχι, είπε .Δεν σου κάνω καθόλου Πλακά. ξέρεις ποιοι?” Θα με τρελάνεις ρε Λαρρυ. λέγε ποιοι” “Οι PINK FLOYD” “ΠΟΙΟΙ?” Λ” Οι Pink Floyd. δεν ακουσες?.”

Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα ένα σφίξιμο στο στήθος, ήθελα να μιλήσω μα δεν μπορούσα. Οι Floyd Ήταν το συγκρότημα που ακούγαμε με δέος και πάθος και Ήταν κάτι σαν μουσικό ίνδαλμα για μας. Θυμάμαι ότι επειδή αργούσαν να κυκλοφορήσουν οι δίσκοι τους στην Ελλάδα, περιμέναμε πως και πως να ακούσουμε τη καινούργια κυκλοφορία τους από την εκπομπή του Γιάννη Πετρίδη που το προέλεγε καμία δυο βδομάδες πριν την κυκλοφορία.

Πέρασαν αρκετές βδομάδες από τότε που το όνειρο μας έφαγε τη καινούργια του ένεση και εν το μεταξύ γνωρίσαμε ένα τρελό τύπο αλλά ωραίο τρελό, που έπαιζε τύμπανα. Ο Τόλης ο καινούργιος φίλος μας μπήκε κι αυτός στο δικό μας τρόπο ζωής χωρίς κανένα πρόβλημα προσαρμογής.

Έτσι άρχισαν οι συνεχείς συναντήσεις στο σπίτι του Λαρρυ, οπού το είχαμε μετατρέψει σ ένα μικρό στούντιο με τα λίγα και φτηνά όργανα μας. Εκεί από το πρωί ως το βράδυ παίζαμε τα καινούργια μας μουσικά θέματα μελετώντας παράλληλα την αποκάλυψη του Ιωάννη. Μαζί μας ήταν διάφοροι φανατικοί φίλοι που γνωρίζαμε από δω και από κει κυρίως όμως από τη πλατεία οπού ήταν το μέρος των συναντήσεων μας, δηλαδή το στέκι μας. Εκεί γνωρίσαμε ένα πολύ περίεργο αλλά συμπαθητικό τύπο, τον Αρίωνα που μόλις είχε εκδώσει ένα βιβλίο με το τίτλο Ετοπία. Ο Αρίωνας δεν άργησε να γίνει κολλητός και οι τρέλες του (για τους άλλους) που τις μετέφερε με τη μορφή φιλοσοφίας είχαν αρκετό ενδιαφέρον για το πως μπορεί να βλέπει τη ζωή ένας άνθρωπος.

Είχε μπει πια για τα καλά το καλοκαίρι όταν ο Λαρρυ μας έκανε πρόταση να πάμε όλο το συγκρότημα στο εξοχικό του σπίτι στο Πτελέο, ένα παραθαλάσσιο ψαροχώρι(τότε), στην είσοδο του Παγασητικού.

Η μητέρα του θα έλειπε, κι έτσι αφού θα έλειπε η γάτα θα χορεύαμε εμείς τα ποντίκια. Όλοι μαζί είπαμε το ναι χωρίς καμιά αντίρρηση και έτσι σε λίγες μέρες εγκατασταθήκαμε Εκεί μαζί με τα όργανα μας για τις τελικές πρόβες πριν από την ηχογράφηση της καινούργιας δουλειάς από την Αποκάλυψη του Ιωάννη με τίτλο δισκου’’ARMAGEDDON”. Μαζί μας ήρθε και ο αδελφός του Λαρρυ, ο Ατρειδης, που ανεπίσημα ήταν ο συμβουλάτορας και manager μας.

Λ “δεν ακούω. Δυνάμωσέ μου λίγο τ ακουστικά…” Το σπίτι ήταν καταπληκτικό. Μόνο δέκα μέτρα από τη θάλασσα σε ένα μικρό υψωματάκι έβλεπε στην είσοδο του Παγασητικού κόλπου σαν να ήθελε να ελέγχει ποιος μπαίνει και βγαίνει. Τελικά ήμασταν πειρατές η μουσικοί? Η ψυχική μας κατάσταση ήταν τέλεια και μας είχε συνεπάρει. Κάθε απόγευμα άρχιζε η πρόβα και Όλοι οι νέοι του χωριού μαζεύονταν κάτω από το σπίτι σαν να παρακολουθούσαν κάποια συναυλία. Ίσως αυτή να ήταν η πρώτη μου εμπειρία στο να παίζω μπροστά σε κοινό. Σε λίγο καιρό είχαμε γίνει το συγκρότημα του χωριού αλλά Μονό για τη νεολαία γιατί οι μεγάλοι σε ηλικία προσπαθούσαν να κρατήσουν μακριά τα παιδιά τους επειδή μας θεωρούσαν αλητάκους και ναρκομανείς. Μάταια όμως! Όσο τους έλεγαν να μην μαζεύονται κάτω από το σπίτι μας και να μην μας μιλάνε, τόσο πιο πολλοί έρχονταν και τόσο πιο πολλούς φίλους κάναμε! Μαζί με αυτούς τους φίλους κάναμε τακτικά πάρτυ στις παραλίες του χωριού με μπυρίτσες και τραγούδια και σύντομα μπήκε στη παρέα μας μια κοπέλα τουρίστρια από τη Γερμανία, η Σούζη. Στη διάρκεια της παραμονής μας Εκεί πολλοί από το χωριό την ερωτευτήκαν γιατί πραγματικά ήταν εντυπωσιακή κοπέλα! Η ιδιαίτερη της συμπάθεια όμως σε μένα, με έκανε να αισθάνομαι λίγο αμήχανα, γιατί μπορούσα να έχω κάτι, που οι φίλοι μου ήθελαν πολύ αλλά δεν μπορούσαν. Αργότερα κατάλαβα ότι σ αυτά τα θέματα ευγένειες δεν είχαν θέση.

Πέρασε λοιπόν και αυτό το καλοκαίρι, μαζευτήκαμε πάλι στη γειτονιά μας, αλλά τώρα ήμασταν πανέτοιμοι για την ηχογράφηση. Κλείσαμε ένα Στούντιο που το είχαν δυο αδέλφια στο υπόγειο του σπιτιού τους στο Χαλάνδρι. Αυτά τα παιδιά είχαν καταπληκτικές γνώσεις και πολύ καλά μηχανήματα για την εποχή εκείνη. Ο ένας από αυτούς σήμερα είναι ιδιοκτήτης του ποιο γνωστού studio ηχογραφήσεων, του SIERRA και το όνομα του Αχλαδιώτης.

Τους άρεσε η ιδέα περί μελοποίησης της Αποκάλυψης κι έτσι μας βοηθήσαν πολύ στον ήχο και στα effects. Λίγο καιρό πριν ξεκινήσουμε γνωρίσαμε ένα περίεργο τύπο, κιθαρίστα, που μας εντυπωσίασε με τη τεχνική του και το ιδιαίτερο στυλ του.

Δεν ήταν άλλος από τον Αντώνη Μιτζέλο που αμέσως έγινε μέλος κι αυτός των P.L.J. band και που στη πορεία σημάδεψε τον ήχο μας όχι μόνο από το τρόπο που έπαιζε αλλά και από τις συνθέσεις του.

Όλα λοιπόν έτοιμα, ψυχικά ήμασταν τέλεια, τίποτα δεν μπορούσε να μας σταματήσει και……. Π “Λαρρυ καλά ακούγεσαι εδώ έξω, συνέχισε… τα πας περίφημα..” Έγραφε τους οδηγούς της φωνής για να μπορούμε να ξέρουμε τι μας γίνεται όταν ηχογραφούμε. Η Αποκάλυψη φυσικά ήταν σε Αγγλική γλώσσα γιατί όπως πάντα θέλαμε τη καριέρα στο εξωτερικό. Έτσι ο Λαρρυ επειδή δεν ήξερε αγγλικά, τα είχε γραμμένα με λατινικούς χαρακτήρες και προσπαθούσε να μιμηθεί τη προφορά. Μιλάμε για πολύ γέλιο που κάποιες φορές τον ενοχλούσε, αλλά στο τέλος δεν μπορούσε να κρατηθεί και ξέσπαγε κι αυτός σε ατελείωτα γέλια. Τι στιγμές!! Τα μόνα Ελληνικά λόγια στο δίσκο, ήταν μια απαγγελία που στην αρχή είχε κάνει ένας φίλος μας, αλλά στα τελικά tape την έκανα εγώ.

Από ότι θυμάμαι, νομίζω ότι η δουλειά ήταν έτοιμη σε εξήντα η εβδομήντα ώρες, ρεκόρ για το είδος, μιας κι ένας συνηθισμένος δίσκος στην Ελλάδα χρειάζεται περίπου διακόσες ώρες ηχογράφησης.

Τώρα τα tape ήταν στα χέρια μας και ήμασταν αποφασισμένοι να πουλήσουμε πολύ ακριβά το τομάρι μας.

ΧΑΪΝΗΔΕΣ || παρά θιν’ αλός 2014

Χαΐνηδες

ΠΕΜΠΤΗ 25 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ – παρά θιν’ αλός 2014

στο προάυλιο του κυβερνείου (παλατάκι) – ΚΑΛΑΜΑΡΙΑ

Ο όρος “μέσος άνθρωπος” είναι μια φτηνή κι επικίνδυνη επινόηση της βιομηχανίας της διασκέδασης.

Αντίθετα, στην παράσταση των ΧΑΙΝΗΔΩΝ, πεινασμένα άγρια θηρία, παράτολμοι ακροβάτες, σεληνιασμένοι προφήτες, ριψοκίνδυνοι ταξιδευτές, αλλόκοτοι μάγοι, αλογάρηδες τσιγγάνοι, θαλασσοδαρμένοι κουρσάροι και παιγνιδιάρηδες ληστές τεντώνουν στα άκρα το λευκό πανί του χωροχρόνου. Πάνω σ’ αυτό χορεύει μια σκιά. Η σκιά της αρχέγονης φλόγας της ύπαρξης.

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΑΥΣΤΗΡΑ η είσοδος σε ενήλικες που δεν συνοδεύονται από τα παιδιά που κρύβουν μέσα τους.

ώρα προσέλευσης 21:00
Προπώληση 10 ευρώ – Ταμείο 12 ευρώ

 

  • καφέ-μπαρ ΣΑΡΩΘΡΟΝ (Κατούνη 17, Λαδάδικα – Τηλ. 2310 538282)
  • καφέ-μπαρ ΈΝΤΕΧΝΟΝ (Ι.Δέλλιου 4, Πλατεία Συντριβανίου – Τηλ. 280553)
  • καφέ-μπαρ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΝ (ΚΑΛΑΜΑΡΙΑ)
  • καφέ-μπαρ ΔΥΩΡΟΦΟΝ (ΚΑΛΑΜΑΡΙΑ)
  • καφέ-μπαρ BISCOTTO CAFE+ (MEDITERRANEAN COSMOS)
  • Βιβλιοπωλεία ΙΑΝΟΣ :
    • Μεταμορφώσεως 24, Καλαμαριά – Τηλ.2310 426780
    • Εμπορικό Κέντρο MEDITERRANEAN COSMOS Τηλ. 2310 472308
    • Πλατεία Αριστοτέλους 7, Κέντρο – Τηλ. 2310 277004
  • Καταστήματα Public (κέντρο, Cosmos)
  • Καταστήματα «Παπασωτηρίου» (Τσιμισκή 87 – Τηλ. 2310 250808)
  • Καταστήματα Seven Spot
  • Ηλεκτρονικά : viva.gr – τηλ. 11876

 

Οργάνωση παραγωγής: kazandB
www.kazandb.com.gr
fb page: panic art thessaloniki festival
you tube : kazandbtv

Την συναυλία ανοίγουν οι “ΣΑΝ ΞΕΜΠΑΡΚΟΙ”

Το ιστορικό συγκρότημα των Ξέμπαρκων που μελοποίησε τον Καββαδία στο δίσκο του S/S IONION ο οποίος κυκλοφόρησε το 1986, με καινούργια σύνθεση (Ν. Καραγκούνης, Θ. Ματθαίου) αλλά και την συμμετοχή του “παλιού ξέμπαρκου” Ν. Χασάπη, παίζουν κι ερμηνεύουν παλιά και νέα τραγούδια.

About the author

Who‘s behind this

Demo

Skyler

Photographer

skyler@moreno

Phone: 555-357-3005

Charming, CA

8727 Sutter Street

Copyright 2013 by YOOtheme - All rights reserved
powered by Warp 7 Framework and
designed and crafted with UIkit

Demo